ΙΣΤΟΡΙΑ: LAMBRETTA LDA 150 Serie III 1957

Μια απ’ αυτές, που σπανίζουν

 Mια πολύ σπάνια Lambretta φωτογραφίζεται μπροστά από κλασικά κτίρια της Αθήνας και κάνει μια χαλαρή βόλτα στους δρόμους. Μπάσος ήχος, μοναδικές συχνότητες χαρακτηρίζουν ένα αιώνιο εμβληματικό, σκουτερίστικο σχήμα που κάνενα άλλο μοντέλο δεν μπορεί να το πλησιάσει. 

Πόσο ενδιαφέρον θα είχε αν μπορούσαμε με έναν μαγικό τρόπο να καθόμαστε σε μια γωνιά και να παρακολουθούμε ένα αξιόλογο, πολύτιμο δίτροχο να αλλάζει χέρια. Από ιδιοκτήτη-σε ιδιοκτήτη, από τόπο σε τόπο, από πεζοδρόμιο σε πεζοδρόμιο, από γκαράζ σε υπόγειο.

Κι εμείς να φωτογραφίζουμε, να καταγράφουμε ανθρώπους συναισθήματα που περνούν πάνω από αυτό το τιμόνι, τη σέλα, τους τροχούς. Δρόμοι που χάνονται, στιγμιότυπα που καταγράφονται και μετά ξεχνιούνται. Όχι όλα…

Πόσο αστείο είναι αλήθεια; Τούτο εδώ το ταπεινό σκούτερ της δεκαετίας του ’50 αποδεικνύεται πιο διαχρονικό, από όλους τους προσωρινούς της ιδιοκτήτες και ίσως το πιο θλιβερό είναι ότι κάποιοι από αυτούς έχουν ήδη “αναχωρήσει” (ξέρετε για που), τη στιγμή που η Lambretta θα τσουλάει ακόμα τους τροχούς της στη γη.

Γιατί ένα από τα αξιοπερίεργα του κόσμου πουδημιούργησε ο άνθρωπος, ενάντια στους νόμους της φύσης, λέγεται… ιδιοκτησία. Η κατάσταση που λέγεται έτσι…  δεν είναι καθόλου μόνιμη ή αιώνια. Αυτό που κρατάς στα χέρια σου, αυτό που οδηγείς μην νομίσεις ότι θα σου ανήκει αιώνια. Σου ανήκει για λίγο, όσα λεφτά κι αν έχεις δώσει, όσο κι αν το αγαπάς, όσο κι αν κρεμαστείς από πάνω του και ταυτιστείς μαζί του: κάποια στιγμή θα “ανήκει” σε κάποιον άλλον. Τελεία και παύλα. 

Η σειρά των Lambretta που χρησιμοποιούσε τον κωδικό LD εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και στην πραγματικότητα αποτελούσε μια ντυμένη D. Γιατί ντυμένη;

Γιατί οι προηγούμενες Lambretta, οι D ήταν γυμνές, χρησιμοποιούσαν χαρακτηριστικό πλαίσιο από μια βασική μονή σωλήνα που διέτρεχε όλο το σκούτερ από μπροστά μέχρι πίσω και πάνω σε αυτή τη σωλήνα στηρίζονταν τα πάντα: από τον λαιμό του πιρουνιού, τα δάπεδα, τον κινητήρα, τα αμορτισέρ, τις σέλες κ.λπ.

Έτσι φτιάχνονταν οι Lambretta – και μόνον έτσι – μέχρι το 1951, αφού η Innocenti και οι σχεδιαστές επέλεγαν να αφήνουν τα σωθικά των σκούτερ τους (σε αντίθεση με τα μοντέλα της Vespa που ήταν καλυμμένα τα πάντα) σε κοινή θέα, “γυμνά”.

Δημιουργούσαν έτσι ένα τελικό αποτέλεσμα που θύμιζε απλή, ιδιοκατασκευή και όχι “νοικοκυρεμένο”, καθαρών γραμμών σκούτερ. Με τη νέα εμφάνιση των LD με την συνολική κάλυψη του σκούτερ, η εικόνα των Lambretta άλλαξε άρδην (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γυμνές D εξαφανίστηκαν, αφού έμειναν στην αγορά μέχρι το ’56 σαν επιλογή). 

Μέσα σε αυτή την περίοδο του νοικοκυρέματος που λέγαμε παραπάνω η Innocenti θέλησε να κάνει την Lambretta ακόμα πιο αυτοκινητιστική και τελικά να υποκύψει στις γραμμές των περισσότερων σκούτερ του κόσμου.

Έτσι ο κινητήρας δεν ήταν πια εμφανής, ενώ τα πλαϊνά καπάκια διέθεταν γραμμές που τα έκαναν να μοιάζουν με αμερικάνικα αυτοκίνητα – τα οποία θαυμάζονταν σαν εξωτικά στην Ευρώπη.

Μετά την πρώτη σειρά (Serie Ι στα ιταλικά ή  Series I στα αγγλικά) της LD το ’51, ήρθε η δεύτερη το ’53, η τρίτη σειρά το ’57, όμως ήδη από το ’54 σε μια προσπάθεια της Lambretta να γίνει ακόμα πιο αρεστή και εύχρηστη στο ευρύ κοινό εμφανίζεται η LDA.

H Lambretta 125 LDA Serie I κατασκευάζεται για 10 μόλις μήνες σε 8.700 κομμάτια και χρησιμοποιεί ηλεκτρική εκκίνηση, έτσι ώστε να προσφερθεί λύση σε αυτούς που δεν τα πήγαιναν καλά με τις μανιβέλες.

Η μπαταρία βρισκόταν πίσω από το αριστερό πλαϊνό καπάκι. Το ’55 δύο ενωμένες 6βολτες (LDA Serie II) κάνουν το σύστημα 12βολτο και εμφανίζεται η χαρακτηριστική καμπούρα κάτω από τη σέλα του συνεπιβάτη. O κινητήρας ανεβαίνει στα 150 κυβικά. 

Η “δική” μας Lambretta, αυτή που φωτογραφίσαμε στην Αθήνα, είναι η 150 LDA Serie III (με κάποια συγκεκριμένα μικρά χαρακτηριστικά που την κατωχυρώνουν σαν LDB για τους γνώστες).

Η παραγωγή της ξεκίνησε τον Απρίλιο του ’57 και έληξε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ παρήχθησαν μόλις 4.076 κομμάτια. Αυτό επιβεβαιώνει και τις πληροφορίες του ιδιοκτήτη της Σπύρου Γ. που μιλούν για την μοναδική (γνωστή LDA-LDB του ’57) στην Ελλάδα.

Εφοδιασμένη με το ίδιο σύστημα εκκίνησης των πρώτων LDA, που συνέδεε τη μίζα με έναν διαφορετικό συμπλέκτη, με γρανάζια να δίνουν κίνηση στην καμπάνα. Η Innocenti περιέγραφε την ύπαρξη μίζας σαν “ένα μεγάλο βήμα προς τα επίπεδα πολυτέλειας των αυτοκινήτων”.

Όπως και οι προηγούμενες “μιζάτες” LD, έτσι και αυτή για να ανάψει τα φώτα της, τραβούσε ρεύμα κατευθείαν από τις μπαταρίες. 

Η Lambretta 150 LDA Serie III διέθετει τα κλασικά χαρακτηριστικά των LD εκείνης της εποχής, του δεύτερου μέρους της δεκαετίας του ’50. Ο κινητήρας έχει μεγαλύτερη διαδρομή σε σχέση με τη διάμετρό του έτσι ώστε να ενισχύεται η ροπή (διαμ.x διαδρ. 57X58mm) με κυβισμό 148cc και ιπποδύναμη που φτάνει 6 ίππους στις 4.600 rpm. Ο κύλινδρος είναι σχεδόν κάθετα τοποθετημένος και η μετάδοση γίνεται με άξονα.

Tο χειροκίνητο κιβώτιο είναι 3 σχέσεων και η τροφοδοσία γίνεται από ένα Dell’orto MA 19mm. Η τελική ταχύτητα έφτανε -όταν η Lambretta ήταν νέα – τα 75-80 km/h. Οι τροχοί είναι μικροί, μόλις 8 ιντσών και τα φρένα είναι ταμπούρα. Το ντεπόζιτο χωράει 7,1 λίτρα και το συνολικό βάρος έχει κρατηθεί χαμηλά στα 90 κιλά.

Τα λάστιχα είναι φτιαγμένα στην Ελλάδα και το γράφουν!

Πως κινείται στο δρόμο, σήμερα, μετά από 56 χρόνια ζωής η Lambretta; Ο ιδιοκτήτης της Σπύρος Γ. περιγράφει: “Παρά τη μικρή διάμετρο των τροχών η οδήγηση του σκούτερ είναι εύκολη και η Lambretta αποδεικνύεται φιλική και ευχάριστη. Το φαρδύ τιμόνι και το χαμηλό κέντρο βάρους που προκύπτει από την θέση του κινητήρα, κεντρικά και χαμηλά, προσδίδουν στρώτή οδήγηση ενώ οι σχέσεις είναι γενικά μακριές”.

Συνεχίζει ο Σπύρος, αναφερόμενος στην απόδοση της LDA 150: “Οι επιδόσεις προφανώς δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές ενός σύγχρονου scooter, ούτε καν με τις επιδοσεις μιας μεταγενέστερης Lambretta, παρ όλα αυτά η LDA μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της πόλης ακόμα και σήμερα και να μεταφέρει άνετα ένα άτομο στους δρόμους της. Η καταναλώση φυσικά δεν μπορεί παρα να αντιστοιχεί σ έναν δίχρονο κινητήρα 150 κυβικών εκατοστών, που κατασκευάστηκε πρίν σχεδόν 60 χρόνια… Αλλά φυσικά αυτό είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει τον κάτοχο ενός τέτοιο κλασικού σκούτερ”.

Φυσικά και δεν μας ενδιαφέρει η κατανάλωση σε ένα τέτοιο κλασικό κομμάτι, θα συμπληρώσουμε εμείς, που είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε στην πράξη ένα σπάνιο διαμάντι της παγκόσμιας ιστορίας των σκούτερ.