ΑΠΟΨΕΙΣ: Αύγουστος Φονιάς!

Άδειοι δρόμοι – παγίδες στην πόλη

του Βασίλη Αντζουλάτου

Οδηγώ χαλαρά ένα απόγευμα του Αυγούστου, την ώρα που η μεγάλη λάβρα έχει αρχίσει να δίνει τη σκυτάλη στη δροσιά του δειλινού. Απολαμβάνω τη βόλτα. Πηγαίνω με το σκουτεράκι μου δεξιά στο δρόμο, οι κινήσεις είναι ήπιες, όπως και οι ταχύτητές μου, καθώς πλησιάζω τα έρημα φανάρια.

Είναι απόλαυση να χαίρεσαι την πόλη σου, τους δρόμους σου,  χωρίς άγχος ή τη διαρκή ανησυχία των αυτοκινήτων που σε περιτριγυρίζουν με απειλητικές διαθέσεις – που σου κορνάρουν στο φανάρι αν αργήσεις στο πράσινο 3 δέκατα του δευτερολέπτου,  που σε προσπερνούν από δεξιά, από αριστερά, από πάνω… Που σε κλείνουν, στρίβουν χωρίς φλας και χωρίς να κοιτούν καθρέφτες, που γενικά θεωρούν μηχανές και σκούτερ αναλώσιμα, ενοχλητικά εμπόδια στο τετράτροχο διάβα τους. Σε μια χώρα που οι έννοιες της “ταχύτητας” και του “νόμου” μπαίνουν σε εισαγωγικά, άπαντες, κουτσοί-στραβοί, γνώστες ή πανάσχετοι που απλά χειρίζονται όπως-όπως ένα μοντέρνο, εύκολο και γρήγορο αυτοκίνητο, κάνουν όλοι ένα πράγμα: μόλις ανάψει πράσινο επιταχύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο. “Πάνε γρήγορα”.

Το όριο ταχύτητας στην Ελλάδα μεταφράζεται σαν “τρέχω όσο πιο πολύ μπορώ». Αν μιλήσεις σε αυτοκινητιστή για το όριο ταχύτητας στους αστικούς δρόμους, σαν να μιλάς για τη θεωρία των κβάντα σε παιδί πρώτης Δημοτικού. Οι τύποι γύρω μας δεν γνωρίζουν καν ότι υπάρχει όριο ταχύτητας μέσα στην πόλη. Ότι δεν επιτρέπεται να κινούνται μέσα από συνοικίες με κόσμο, παιδιά, πεζούς με 60-70-80 χιλιόμετρα την ώρα. Στη γειτονιά που μένω, στις γειτονιές που μένουμε, τα 35 χ.α.ω έχουν μεγάλη διαφορά από τα 40. Το ένα είναι κανονικό και το άλλο είναι επικίνδυνο.

Χαλαρές βόλτες τον Αύγουστο στην άδεια πόλη, ε; Πόσες φορές την έχετε ακούσει αυτή την τετριμμένη φράση; Ε, λοιπόν τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι… Ο Αύγουστος είναι φονιάς. Βγαίνω στην άδεια λεωφόρο Λαυρίου μεσημέρι Τετάρτης και ένα άσπρο Gti με προσπερνάει με πάνω από 140 χ.α.ω. Φυσικά, λίγο πιο κάτω, τον περιμένουν τα φανάρια. Φτάνω δίπλα του – έκπληξη – είναι μεσήλικας και έχει δύο παιδάκια μέσα στο αυτοκίνητο.

Το όριο είναι 50 στη Λαυρίου”, του λέω “και ο δρόμος είναι καρμανιόλα, γίνονται ατυχήματα κάθε μέρα”, συμπληρώνω και βέβαια δεν κάθομαι να πιάσω συζήτηση. Φτάνοντας στην Αγία Παρασκευή, περνάω στο επόμενο δυνητικό σενάριο θανάτου: ένα γρήγορο μαύρο δίπορτο πηγαίνει τέρμα γκάζι από φανάρι σε φανάρι. Ρίχνω μια ματιά μέσα και βλέπω πίσω απ’ το τιμόνι μια γυναίκα κοντά στα 50. Κοιτάζω μήπως μεταφέρει και αυτή παιδιά. Το σκηνικό “εκκινήσεις-γκάζι- και πολλά φρένα στο φανάρι” της κυρίας αυτής συνεχίζεται μέχρι τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τουλάχιστον 20 φορές έχει επαναλάβει την ίδια διαδικασία, τη μάταια αυτή προσπάθεια και όμως επιμένει, λες και προσπαθεί να προκαλέσει ατύχημα ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΟΦΕΛΟΣ. Συνεχίζει ακάθεκτη μέσα στην απέραντη ηλιθιότητά της.

Aργότερα, καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή, πέφτω πάνω σε ένα νέο που έχει δημοσιεύσει το περιοδικό της εφημερίδας “Έθνος”, το Wheels and Motors. Διαβάζω για το πόσο επικίνδυνος είναι ο Αύγουστος όσον αφορά στα ατυχήματα. Νοιώθω μια μικρή δικαίωση αλλά και μια βαθιά θλίψη για το λιγοστό μυαλό που έχουν τόσοι και τόσοι συμπατριώτες μας.

Οι άδειοι δρόμοι του Αυγούστου γίνονται δημόσιες πίστες (ούτε καν επίδειξης οδηγικών ικανοτήτων, γιατί αυτές, όταν τις βλέπεις, τουλάχιστον τις χαίρεσαι, τις παραδέχεσαι, εφόσον πραγματοποιούνται σε ασφαλείς χώρους, αληθινές πίστες). Γίνονται χώρος επίδειξης ενός υπερφίαλου εγώ, ενός ανθρωπάκου μικρού σαν σκουλήκι που κοιτάει μόνο να κάνει την άθλια και ασήμαντη δουλειά του… πατώντας επί πτωμάτων. Αποφασίζω να γράψω ένα άρθρο για τον “Φονιά Αύγουστο” στο Scooternet. Παίρνω την φωτογραφική μηχανή και βγαίνω έξω να τραβήξω φωτογραφίες άδειων δρόμων. Επιστρέφοντας στο ύψος του Χολαργού έχει γίνει καραμπόλα. Τρία, τέσσερα αυτοκίνητα έχουν σκορπιστεί στο δρόμο. Ένας από τους παθόντες, αγανακτισμένος μου λέει τι έχει γίνει. “Η κοπέλα που μας πήρε μαζί της μιλούσε στο τηλέφωνο, τρακάραμε και όταν βγήκαμε έξω από τα αυτοκίνητα, αυτή συνέχισε να μιλάει στο κινητό, περιγράφοντας το ατύχημα και λέγοντας πόσο σοκαρισμένη ήταν!”. Μια ακόμη εγκληματίας ανάμεσά μας, με λίγα λόγια, που αντί για γεμάτο όπλο, διαθέτει βαρύ δεξί πόδι και ένα άρρωστο-ανόητο μυαλό.