ΑΠΟΨΕΙΣ: Τα ζόμπι βγήκαν στο χορό…

Παλεύοντας με τον χρόνο και τη φθορά

του Βασίλη Αντζουλάτου

A,ρε… τι γλέντια είναι αυτά που συμβαίνουν καθημερινά στο δρόμο; Τι ερείπια είναι αυτά που κυκλοφορούν πάνω σε δυο ρόδες; Τι πονεμένες ιστορίες, τι καταστροφές και καταποντισμοί κρύβονται από πίσω τους; Το φαινόμενο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, μόλις η βενζίνη τσίμπησε μερικά λεπτά του ευρώ παραπάνω. Μερικά παλιά σκούτερ 80, 125, 150 κυβικών που είχαν τα προβληματάκια τους έκαναν δειλά-δειλά την επική εμφάνιση τους, ή μάλλον τη μεγαλειώδη επιστροφή τους στους δρόμους του κόσμου. Δίχως να έχουν κάνει σέρβις, δίχως φρένα, με το μόνο φρέσκο πράγμα επάνω τους – εκτός από τη βενζίνη στο ρεζερβουάρ – τη μπαταρία. Κι αυτό επειδή η προηγούμενη μπαταρία είχε πολυκαιρίσει, είχε ψοφήσει, είχε γίνει ένα σώμα. Ο στόλος του δίτροχου παρελθόντος ξεπρόβαλε με τη σκόνη του χρόνου κολλημένη πάνω του, τα λάδια ετών, ενσωματωμένα με το καυσαέριο πάνω στα πλαστικά του.

Αργότερα, η τιμή της βενζίνης ανέβηκε κι άλλο – τα 20 και τα 30 ευρώ που πριν από μερικούς μήνες “συγκινούσαν” κάπως το ντεπόζιτο ενός αυτοκινήτου, μέσα σε λίγες βδομάδες απλά έσπρωχναν λίγο προς τα πάνω τη βελόνα του βενζινόμετρου. Έτσι, έκαναν κι άλλα νεκροζώντανα σκουτερο-ζόμπι την εμφάνισή τους στους παρατημένους ελληνικούς δρόμους, στο θλιβερό αστικό περιβάλλον. Οι εικόνες, όμως, ήταν ακόμη χειρότερες.

Είχε έρθει η σειρά των 50αριών… Η σειρά, δηλαδή, ενός άλλου στόλου, του δίτροχου στόλου της φτώχιας: τα παλιά, κάποτε πιστά δίχρονα πενηντάρια ανέβηκαν στη σκηνή του θεάτρου του παραλόγου που ονομάζεται “Κίνηση στην ελληνική καθημερινότητα, εν μέσω κρίσης”, μέσα σε ένα πυκνό πέπλο καπνού, δίχρονου λαδιού καύσης, δηλαδή.

Δεν χρειάστηκαν και πολλά για να πάρουν μπροστά – ούτε καν μπαταρία, αφού παλιά υπήρχε και μανιβέλα στα σκούτερ. Λίγη βενζίνη στο ρεζερβουάρ, καμιά 10αριά μανιβελιές και η δουλειά είχε γίνει. Μπάσα στην αρχή και ράθυμα έπαιρναν οι κινητήρες τους μπροστά, λίγος αέρας στα λάστιχα, ξεσκόνισμα τη σέλα και εμπρός και πάλι, βουρ για το μεροκάματο. Οι “δοξασμένες μέρες τους” αναβίωναν.

Η επιστροφή των 50αριών στο δρόμο δεν είχε κανένα ηρωικό στοιχείο, πέραν των προσπαθειών των αναβατών τους να οδηγήσουν “αυτά τα πράματα”. Δεν έφτανε που οι φίλοι μας πάνω στα ξαναγεννημένα σκουτερο-ζόμπι είχαν ξεχάσει “τι εστί βερύκοκο”, δηλαδή πως οδηγιούνται τα παλιά δίχρονα 50άρια (τα οποία είχαν οπωσδήποτε μεγάλη διαφορά από τα 2000 κυβικών 4×4, που είχαν συνηθίσει τόσα χρόνια). Τώρα είχαν να παλέψουν με κολλημένα ρουλεμάν τιμονιού, “τελειωμένες” αναρτήσεις κι ένα σύνολο θεμάτων… που δεν λειτουργούσαν. Τους παρατηρούσα στους δρόμους και ειδικά στα φανάρια: κρεμασμένα πλαστικά, δεμένα με “τάιρ-απ”, σκισμένες σέλες, ξερά λάστιχα, φρένα χειρότερα κι από τις σόλες των παπουτσιών που σέρνονται στην άσφαλτο για να φρενάρουν. Καμένες λάμπες και στοπ, καρμπυρατέρ που τη μια δούλευαν, την άλλη όχι. Η εικόνα μετέδιδε και τη διάθεση των ιδιοκτητών.

Κανένας δεν νοιαζόταν να τα επαναφέρει σε λειτουργική κατάσταση. “Αφού κινείται είναι εντάξει, είναι κάτι προσωρινό, πρόκειται για ένα στάδιο, μια κακή παρένθεση στη ζωή μου”. Το αστείο είναι πως έχουμε δει όλοι τέτοιες “κακές παρενθέσεις” στη ζωή μας και στις ζωές άλλων, που πολλές φορές επιμηκύνονται, τραβάνε σε χρόνο, ώσπου γίνονται κανόνας, συνήθεια, καθημερινότητα και τελικά καταλαμβάνουν μεγάλα κομμάτια της ζωής μας. Έτσι, με μια ανάσα, χωρίς δεύτερη σκέψη, πρόχειρα…

Τα “τετρακούνητα” και τα ενεργοβόρα αυτοκίνητα του ένδοξου παρελθόντος της ευμάρειας καταθέτουν πινακίδες και μένουν παρατημένα έξω απ’ το σπίτι, περιμένοντας την οικονομική ανάκαμψη για να κερδίσουν λίγη παραπάνω μεταπωλητική αξία και να μην πουληθούν στο ένα πέμπτο της αρχικής τιμής τους. Μέχρι εκείνη την ευλογημένη μέρα, τα 50άρια ζόμπι θα είναι το αποκλειστικό μέσον μετακίνησης των νεόπτωχων Ελλήνων, “ξεπεσμένων του συστήματος”, των “αίφνης περιττών”, των κομπάρσων μιας διαδικασίας που δεν τους αφορούσε ποτέ. Νόμισαν πως είχαν κι αυτοί ενσωματωθεί στο σύστημα, σε αυτό το γλέντι των ψεύτικων χρημάτων, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς περαστικοί (και μάλιστα περαστικοί-θύματα).

Η επιστροφή στις δίτροχες ρίζες, αδέλφια και συνάδελφοι σκουτερίστες, δεν είναι απαραίτητα κάτι κακό. Όπως βλέπουμε ήδη να συμβαίνει σε πολλούς από εμάς, επανερχόμαστε σε πιο ουσιαστικές, ανθρώπινες, κοινωνικές αξίες – μαζευόμαστε σε σπίτια, σε πλατείες, δανείζουμε το εξοχικό μας σε οικογένειες φίλων, συμπονούμε περισσότερο και βοηθάμε πιο πολύ, συντονίζουμε το μυαλό και τις πράξεις σε μια νέα τάξη πραγμάτων. Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε και με τα παλιά, πιστά μας σκούτερ: να τους δώσουμε λίγη παραπάνω προσοχή, είτε μόνοι μας, είτε με τη βοήθεια των επαγγελματιών. Είναι συνηθισμένο πλέον θέαμα στα συνεργεία να εμφανίζονται δίτροχα “κουρέλια” που πρέπει οπωσδήποτε να βγουν στο δρόμο. Γιατί δεν υπάρχει άλλη λύση, αφού το παγκόσμιο κεφάλαιο – που ως γνωστόν δεν έχει πατρίδα – αποφάσισε να χτυπήσει πρώτα αυτή τη γωνιά του πλανήτη στο δρόμο προς την επίτευξη των σχεδίων του, τα οποία περικλείονται σε μια μόνο λέξη: πλεονεξία. Ναι, είναι φανερό πως τα παλιά, ταπεινά σκουτεράκια αποτελούν μια “λύση της συμφοράς” από τη μία, από την άλλη όμως είναι μια λύση.

Φανταστείτε την πλατεία Συντάγματος και όλες τις πλατείες της Ελλάδας γεμάτες κόσμο πάνω σε δίχρονα πενηντάρια τα οποία γκαζώνουν, διαμαρτυρόμενα για τα νέα μέτρα λιτότητας, που εξοντώνουν τον λαό. Το σύνθημα “Θα κάψουμε την πόλη”, θα έπαιρνε νέες διαστάσεις μέσα σε σύννεφα δίχρονου άκαυστου λαδιού…

Βασίλης Αντζουλάτος