ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ: Τips για οδήγηση στη βροχή (Μέρος Β’)

Η τέχνη της βροχής… Νο2

Οι βροχές ξεκίνησαν και οι βροχές σταμάτησαν. Και η ελπίδα ήταν ότι δεν θα ξανάρχονταν, αλλά ο απρόβλεπτος καιρός μας διέψευσε. Οι βροχές ξανάρθαν. Κι εμείς λοιπόν επανερχόμαστε στο θέμα μας, αφού απ’ ό,τι φαίνεται έχουμε δρόμο μπροστά μας και μάλιστα… βρεγμένο.

Κάνουμε μια ανακεφαλαίωση, για να θυμηθούμε τι είχαμε πει στο προηγούμενο άρθρο μας για ασφαλέστερη οδήγηση στη βροχή. Είχαμε αναλύσει τα εξής:

  • Οι δρόμοι γλιστράνε κι αυτό απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση.
  • “Διαβάζουμε” την άσφαλτο: “Σαρώνουμε” την άσφαλτο με τα μάτια και αποφεύγουμε τις παγίδες της.
  • Επιλέγουμε πού πηγαίνουμε: Διαλέγουμε συγκεκριμένους, ασφαλέστερους “διαδρόμους”.
  • Φροντίζουμε να μην κρυώνουμε: Γιατί η αίσθηση του κρύου αλλοιώνει και χειροτερεύει τις αντιδράσεις μας.
  • Όταν δυσκολεύει το πράγμα, σταματάμε: Δεν οδηγούμε ποτέ – εκτός κι αν συντρέχει μεγάλη ανάγκη – σε καταρρακτώδη βροχή.
  • Στη βροχή όλοι οδηγούν διαφορετικά: Ξέρουμε ότι κάποιοι οδηγούν ρισκάροντας στη βροχή, κι εμείς παίρνουμε τα μέτρα μας.

Πάμε τώρα στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας.

Ξεχνάμε τη λέξη “βιάζομαι” και “ρισκάρω”

Ο γλιστερός δρόμος κυλάει κάτω από τους τροχούς μας, κι όσο καλή και να είναι η άσφαλτος (που δεν είναι), όσο καλά και να είναι τα λάστιχά μας (που επίσης συνήθως δεν είναι) εμείς δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αρχίσει να κινείται γρήγορα.

Γρήγορα κάποιος στη βροχή θα κινηθεί για δυο-τρεις λόγους συνήθως. Πρώτα από άγνοια, επειδή ίσως δεν αντιλαμβάνεται ή γνωρίζει ότι το βρεγμένο οδόστρωμα μεγαλώνει τις αποστάσεις φρεναρίσματος, ενώ δεν επιτρέπει τις μεγάλες κλίσεις στις στροφές, αφού υπάρχει κίνδυνος γλιστρήματος και πτώσης.

Μετά έχουμε τον παράγοντα άγχος (ίδιον του σύγχρονου ανθρώπου – συνήθως των πόλεων). Το άγχος για να προλάβουμε την επόμενη δουλειά, για να περάσουμε στην επόμενη δραστηριότητα είναι ο χειρότερος συνεπιβάτης στο σκούτερ μας.

Έπειτα είναι η εντύπωση μερικών – πολλές φορές και έμπειρων – αναβατών, που νομίζουν ότι “το έχουν” και μπορούν να οδηγούν στη βρεγμένο όπως στο στεγνό και η οποία πολλές φορές αποδεικνύεται… λανθασμένη. Ειδικά αν αναλογιστούμε ότι η ελληνική άσφαλτος αλλάζει επιφάνεια (άρα και πρόσφυση) και τρόπο κατασκευής (βλ. διαφορετικός εργολάβος) κάμποσες φορές ανά χιλιόμετρο, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε τα λούκια, τις κακο-μπαλωμένες λακκούβες, τις τρύπες, τα σαμαράκια, τις κακοτεχνίες, κ.λπ.

Σκοτεινοί ουρανοί, βαριά σύννεφα, ψιχάλες, βροχή, ελαφριά ή πιο έντονη, σημαίνει αυτόματα και εγρήγορση. Δεν μπορούμε να οδηγούμε με την ίδια χαλαρότητα όπως μια συνηθισμένη (στεγνή) μέρα του χρόνου.

Η συνήθεια μας παγιδεύει, μιας και στην Ελλάδα είναι σαφώς περισσότερες οι μέρες του χρόνου που επικρατεί ηλιοφάνεια. Άρα μπορείς να πεις ότι δεν έχουμε μεγάλη εμπειρία για το πώς πρέπει να κινούμαστε στη βροχή αφού είναι σχετικά σπάνιο φαινόμενο… ανάλογα, βεβαίως, με την περιοχή της χώρας όπου ζει κανείς.

Σωστά επιλεγμένος εξοπλισμός

Μιλάμε για τον καλό εξοπλισμό όχι μόνο του αναβάτη, αλλά και του σκούτερ.

Εμείς θα περιγράψουμε την τέλεια εικόνα, το πλήρες οπλοστάσιο, τον απολύτως οργανωμένο σκουτερίστα. Μπορεί να μην καταφέρνουμε να τα έχουμε όλα ανά πάσα στιγμή, αλλά καλό είναι να τα έχουμε υπόψη μας. Να είμαστε τουλάχιστον καταρτισμένοι επί του θέματος.

Επιλέγουμε όσο το δυνατόν καλύτερο και ποιοτικότερο εξοπλισμό, πχ. καλό μπουφάν και ένα λεπτότερο αδιάβροχο που θα το φοράμε από πάνω του κι έτσι θα “κόβει” την πρώτη επίθεση του νερού, που αν είναι ισχυρή ή διαρκεί πολλή ώρα, ποτίζει τα υφάσματα τύπου cordura.

Αν δεν έχουμε λεπτό αδιάβροχο και το ύφασμα του μπουφάν βραχεί για τα καλά, τότε θα πρέπει να έχουμε στη διάθεσή μας ένα εξτρά δεύτερο μπουφάν που θα χρησιμοποιούμε… μέχρι να στεγνώσει το προηγούμενο (συνήθως μετά από 24 ώρες).

Και μιας και για τον εξοπλισμό του αναβάτη είχαμε αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο (διαβάστε το εδώ) θα περάσουμε στον εξοπλισμό του σκούτερ για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα τη βροχή.

Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα των σκούτερ είναι ότι διαθέτουν ποδιά η οποία προστατεύει τα πόδια και τα παπούτσια μας από το να βραχούν. Άρα έχουμε λύσει το πρόβλημα των κάτω άκρων. Πάμε λίγο πιο πάνω τώρα.

Μια καλή ζελατίνα – η οποία συνήθως τοποθετείται εύκολα και χωρίς μετατροπές – είναι μια εξαιρετική επένδυση. Τώρα το τι ύψος ζελατίνας ταιριάζει στον καθένα έχει να κάνει με τις ανάγκες του και με το πόση επιφάνεια του άνω τμήματος του σώματός του θέλει να καλύπτει.

Είναι για παράδειγμα κάποιος πιο ευαίσθητος στο κρύο και τη βροχή ή στην περιοχή του βρέχει συχνότερα; Τότε καλό είναι να προτιμήσει μια ψηλή και πλατιά ζελατίνα. Είναι κάποιος άλλος λιγότερο ευαίσθητος και μένει στον “ζεστότερο Νότο”; Τότε θα προτιμήσει μια πιο σπορ κοντύτερη ζελατίνα και ίσως φιμέ για να του αρέσει περισσότερο.

Μια καλή ιδέα είναι επίσης οι σταθερές πλαστικές χούφτες που τοποθετούνται στα άκρα του τιμονιού και προστατεύουν αποτελεσματικότατα τα γάντια από τη βροχή.

Τα χέρια και τα δάχτυλα είναι ένα πολύ σημαντικό μέρος του σώματός μας όταν οδηγούμε, γιατί τα βρεγμένα γάντια πέρα από πολύ ενοχλητικά αφήνουν τα δάχτυλα να κρυώσουν και έτσι η κίνησή τους γίνεται δυσκολότερη και επηρεάζεται από λίγο μέχρι πολύ ο τρόπος που οδηγούμε. Πάντα προς το χειρότερο…