fbpx

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ: Πόση σημασία έχει μια “σωστή” σέλα;

Κάθισμα με γνώση

Πόσο σημαντική είναι η σέλα στο σκούτερ σας; Πώς είπατε, δεν το είχατε σκεφτεί ποτέ; Κι όμως, αυτό το εξάρτημα που πολλές φορές περνάει απαρατήρητο σε όσους δεν γνωρίζουν τα μυστικά του, είναι πολύ σημαντικό… ένα θέμα που θα αναλύσουμε διεξοδικά παρακάτω.

Σε αυτό το άρθρο συνεχίζουμε την ανάλυση των βασικών χαρακτηριστικών των σκούτερ, αποκωδικοποιώντας και εξηγώντας… αυτά που δεν εξηγεί κανείς και λίγοι γνωρίζουν σε μεγάλο βάθος.

Οι φίλοι αναγνώστες σκουτερίστες που διαβάζουν χρόνια τώρα τις δοκιμές που δημοσιεύουμε στο Scooternet, θα ξέρουν ότι πάντοτε οι δοκιμαστές μας αναφέρονται – χωρίς να το ξεχνούν ποτέ – στη σέλα του κάθε μοντέλου.

Δεν είναι μόνο το ύψος της σέλας το οποίο είναι το πρώτο σημαντικότερο στοιχείο, αλλά κι ένα σωρό άλλοι παράγοντες που προσφέρουν αυτό που, σε γενικές γραμμές, ιδανικά ζητάμε: την άνεση στην οδήγηση και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθυστέρηση στην κόπωση του αναβάτη στις μεγάλες διαδρομές. Λέμε ‘σε γενικές γραμμές’, γιατί αυτά δεν είναι τα μόνα πράγματα που απαιτούμε από μια σέλα.

Πάμε λοιπόν να αναλύσουμε τη σέλα του σκούτερ μας, όπως θα έπρεπε να είναι, ώστε να διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά και να καλύπτει όλους τους τομείς που θα την καταστήσουν “ιδανική”.

Ας ξεκινήσουμε με αυτό που ονομάζουμε “ύψος από το έδαφος”.

Καταρχάς, πρόκειται για την απόσταση του χαμηλότερου σημείου της σέλας μέχρι το έδαφος και αυτή η διάσταση μας ενδιαφέρει ώστε να διαπιστώνουμε, μόλις τη διαβάζουμε (π.χ. 750 mm ή 670 mm), αν μπορούν να φτάσουν τα πόδια μας σωστά μέχρι το έδαφος και να πατούν ολόκληρα και τα δυο πέλματά μας κάτω.

Στην καλύτερη περίπτωση, τα πέλματα των ποδιών πρέπει να πατούν και τα δύο στο έδαφος χωρίς το σκούτερ να γέρνει και να βρίσκεται σε κάθετη θέση.

Αυτή η θέση είναι η καλύτερη, γιατί για να σταθεί το σκούτερ όρθιο δεν χρειάζεται να εφαρμόζουμε πάνω του καμία πίεση/δύναμη από τα πόδια μας.

Αν κάποιος δεν φτάνει να πατήσει ολόκληρες τις πατούσες και των δύο ποδιών (επειδή η σέλα είναι ψηλότερη απ’ ότι του ταιριάζει) τότε υποχρεώνεται να βάλει το ένα πόδι πάνω στο πάτωμα, το άλλο να πατάει το έδαφος και το σκούτερ να βρίσκεται σε ελαφρά κλίση, άρα να φορτίζει με βάρος το πόδι που βρίσκεται κάτω.

Δεύτερο σημαντικό χαρακτηριστικό είναι η απόσταση της σέλας από το πάτωμα του σκούτερ. Ένα σκούτερ με μικρή τέτοια απόσταση θα υποχρεώνει τις αρθρώσεις των γονάτων του αναβάτη να λυγίζουν περισσότερο (μικρότερη άνεση στα πόδια), ενώ η μεγαλύτερη απόσταση σέλας-πατώματος επιτρέπει μεγαλύτερες, πιο ανοικτές γωνίες στα γόνατα, άρα και περισσότερη άνεση στα κάτω άκρα μας.

Επίσης, σε περιπτώσεις δρόμων με ανωμαλίες – στους οποίους, όπως έχουμε πει, καλό είναι να ανασηκωνόμαστε ελαφρά από τη σέλα στιγμιαία, για να μην επιβαρύνουμε με χτυπήματα την σπονδυλική μας –  αν τα πόδια βρίσκονται με τα γόνατα σε πιο ανοικτές γωνίες πάνω στο πάτωμα, βοηθούν να ελέγχουμε σωστότερα το σκούτερ και δεν κουράζουν τη μέση μας!

Έπειτα έρχεται η σχεδίαση της σέλας, το σχήμα της, η συνολική επιφάνειά της, αλλά και τα σημεία που “κοντράρουν” τα μαλακά μας μόρια, προσφέροντάς μας έτσι περισσότερη ή λιγότερη στήριξη στο άνοιγμα του γκαζιού.

Όταν ανοίγει το γκάζι, το σώμα, λόγω της αδράνειας του βάρους του, έχει την τάση να κινηθεί προς τα πίσω, άρα ωθεί τα μαλακά μόρια να “γλιστρήσουν” προς τα πίσω πάνω στη σέλα.

Μια καλή στήριξη στην περιοχή του κόκκυγα δίνει καλύτερο έλεγχο συνολικά στο σκούτερ και περισσότερη άνεση, αφού ο αναβάτης δεν χρειάζεται να γραπώνεται από το τιμόνι για να διατηρήσει το βάρος του σταθερό πάνω του.

Η ολίσθηση ή μάλλον η αποτροπή της ολίσθησης πάνω στη σέλα επηρεάζεται άμεσα και από το υλικό του καλύμματος της σέλας, κατά πόσο δηλαδή είναι αντιολισθητικό ή όχι, “φρενάροντας” βασικά το ύφασμα του παντελονιού μας, το οποίο με τη σειρά του κοντράρει πάνω στο δέρμα και το σώμα μας και μας διατηρεί σταθερούς πάνω στο σκούτερ.

Άρα: αντιολισθητικό κάλυμμα και “κόντρα” στο πίσω μέρος της σέλας ή κοίλωμα στήριξης στο μέσον της σέλας θα μας δώσουν καλύτερη στήριξη του σώματος του αναβάτη, συνεπώς και καλύτερο έλεγχο του σκούτερ μας σε όλες τις συνθήκες.

Μετά έρχεται το αφρώδες υλικό που βρίσκεται κάτω από το κάλυμμα της σέλας, το μαξιλάρι” όπως λέγεται λαϊκά. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με το πάχος του αφρώδους (περισσότερο αφρώδες = άνεση, λιγότερο = μειωμένη άνεση) που μας κάνει να καθόμαστε στα μαλακά, αλλά και οι ιδιότητες αυτού του υλικού.

Τα ποιοτικά αφρώδη υλικά έχουν προοδευτική σκληρότητα. Λειτουργούν δηλαδή σαν αναρτήσεις με προοδευτική λειτουργία: αυτή προσφέρει μαλακή αίσθηση στην αρχή της επίδρασης του βάρους (του σώματος του αναβάτη) πιο σκληρή όσο το βάρος κατεβαίνει προς τα κάτω, και, καθώς ολοκληρώνεται η κίνηση, “τερματίζει” το αφρώδες πάνω στην πλαστική βάση του.

Ναι πολύ σωστά το μαντέψατε: όταν το αφρώδες είναι λίγο, “διακοσμητικό” που λέμε, τα μαλακά μόρια – και τα οστά, τα τμήματα της λεκάνης του αναβάτη που έρχονται σε επαφή με τη σέλα (ισχυακά οστά) – κάθονται πάνω στο σκληρό πλαστικό της βάσης της σέλας.

Τέλος έχουμε την υψομετρική διαφορά της σέλας του αναβάτη από το τμήμα της σέλας που αντιστοιχεί στον συνεπιβάτη. Όταν η σέλα είναι “ίσια”, αυτό σημαίνει ότι και οι δυο επιβαίνοντες κάθονται σε ίδιο ύψος, κι έτσι ο συνεπιβάτης μπορεί – αν χρειάζεται – να φέρνει μεγαλύτερο τμήμα του σώματός του σε επαφή με την πλάτη του αναβάτη ούτως ώστε να κινείται το σκούτερ με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Σε αντίθετη περίπτωση, όταν ο συνεπιβάτης κάθεται “στον πρώτο όροφο” που λέμε, με τη σέλα να διαθέτει “σκαλοπάτι” και είναι απομακρυσμένος από το σώμα αυτού που χειρίζεται το σκούτερ, ο αναβάτης δεν προσλαμβάνει την απαραίτητη αίσθηση, κυρίως στις στροφές και στα φρεναρίσματα, που θα τον κάνουν να νιώθει ότι έχει και τον πλήρη έλεγχο του δίτροχου.