fbpx

AΦΙΕΡΩΜΑ: ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΩΝ MODS

Η πανουργιά της κομψότητας

Ύστερα και από την τελευταία “αναβίωσή” του το στιλ Mods πακέταρε άρον-άρον την κομψεπίκομψη εξάρτυσή του και αποσύρθηκε από το προσκήνιο των ενδυματολογικών -τουλάχιστον- εξελίξεων. Οποιαδήποτε συζήτηση για το θέμα γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο αυτόματα ντεμοντέ. Ή μήπως όχι; Ο λόγος που εδώ ασχολούμαστε με τους Mods, είναι ότι από τις αποσκευές τους περίσσεψε ένα αξεσουάρ που πολύ μας ενδιαφέρει: το σκούτερ. ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

Πριν ακόμη εισέρθουμε στον καθαυτό κόσμο των Mods, πριν να δούμε τα δεκάδες παρακλάδια, τις αναβιώσεις και τις μεταμορφώσεις τους, ας προσδιορίσουμε την ακριβή σημασία που είχε το σκούτερ στα πλαίσια του συνολικού Mod στιλ, τουλάχιστον της πρώτης Mod περιόδου. Για τους Mods η Vespa ή η Lambretta ουδέποτε υπήρξε το καθοριστικό αντικείμενο του τρόπου ζωής τους. Ήταν σαφώς ένα πολύ βολικό μέσο, το οποίο όμως επί της ουσίας επηρέασε ελάχιστα τη διαμόρφωση του στιλ Mod κι αυτό διότι τα ρούχα που φορούσαν οι Mods ήταν εντελώς άβολα για κυκλοφορία με δίκυκλο και μάλιστα στην Αγγλία.

Επιπλέον ο τρόπος που ήθελαν να εμφανίζονται, πάντα ατσαλάκωτοι, ευλαβικά χτενισμένοι και γενικώς απολύτως “φρέσκοι”, δεν χωρούσε υποχωρήσεις. Συνεπώς το ιδανικό όχημα για τους Mods θα ήταν ο διακτινιστής του Star Trek. Δυστυχώς η ώρα του συνετού Captain Kirk δεν είχε σημάνει ακόμη, κι έτσι οι Mods συμβιβάστηκαν με τo αμέσως πιο προσιτό μέσο, το σκούτερ.

Το πράγμα όμως δεν έμεινε εκεί και το “συμβιβάστηκαν” είναι απλώς τρόπος του λέγειν. Γιατί οι Mods συνδέθηκαν στενά με τις Vespa και τις Lambretta τους. Με τα σκούτερ οι Mods δεν ικανοποιούσαν απλώς τη βασική τους ανάγκη για συνεχή και αυτόνομη μετακίνηση, αλλά εξασφάλιζαν την θανάσιμα απαραίτητη δόση ευρωπαϊκού αέρα και ιταλικής φινέτσας.

Δεν είναι γνωστό αν οι Mods αγάπησαν τα σκούτερ περισσότερο από πχ τα μυτερά παπούτσια τους, αλλά και τόσο δεν θα ήταν σε καμία περίπτωση λίγο. Μιλάμε όμως για μια περίοδο κατά την οποία η μόδα ήταν θρησκεία και τα αξεσουάρ του “Mod look” ιερά. Στην Αγγλία των πρώιμων 60s αυτό που θα κατασίγαζε την οργή του Θεού δεν ήταν ο ενάρετος βίος, αλλά η μανιακά επιμελημένη, η απολύτως αψεγάδιαστη εμφάνιση.

Oι Teddies

Οι Mods παρέλαβαν τη σκυτάλη της κοινωνικής διαφοροποίησης από τους Teddy Boys, την πρώτη σαφώς διακριτή “τάξη” νεαρών στη σύγχρονη ιστορία. Οι Teddy Boys, οι οποίοι απαθανατίστηκαν και στην ελληνική νομοθεσία μέσω του ανεκδιήγητου νόμου 4.000 “Περί τεντυμποϊσμού”, για την κοινή γνώμη είναι μια ανάμνηση νεανικής βίας και αναίτιας εγκληματικότητας.

Οι Teddies στην Αγγλία των μέσων της δεκαετίας του ’50 ήταν παιδιά που μόλις τελείωναν τη Μέση Εκπαίδευση και “έβγαιναν στην κοινωνία”, όχι για να διάξουν βίο αντιγράφων των γονιών τους, αλλά αρθρώνοντας μια απαίτηση αυθυπαρξίας και ορθώνοντας ένα οικονομικό ανάστημα. Το να είσαι teenager το 1955 σημαίνει ότι ήσουν παιδί στον μεγάλο πόλεμο και αν μη τι άλλο βιάζεσαι να ζήσεις.

Οι νέοι λοιπόν άρχισαν να αγοράζουν παντελόνια – “σωλήνες” και μακρύτερα σακάκια, γενικά να διαφοροποιούνται από τους πατεράδες τους με το να φοράνε ρούχα με Εδουαρδιανές επιρροές, δηλαδή από τη μόδα της αγγλικής αριστοκρατίας των αρχών του αιώνα. Το όνομά τους προήλθε λοιπόν από τον μεγάλο Τed, τον βασιλιά Edward VII. Καθόλου βασιλική βέβαια δεν ήταν η καταγωγή των Teddy Boys, μια και προέρχονταν κυρίως από την εργατική τάξη, πράγμα όμως που τους κατέστησε πιο ευήκοους στα μηνύματα των καιρών που έρχονταν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η προβολή των ταινιών “Επαναστάτης χωρίς αιτία” και “Η ζούγκλα του μαυροπίνακα” ήταν πραγματική αποκάλυψη για την αγγλική νεολαία. Στη μεν πρώτη ο James Dean έδινε μορφή στο χάσμα των γενεών που πλανιόταν στην αγγλική βαριά ατμόσφαιρα, στη δε δεύτερη όταν ο Vic Morrow απείλησε το δάσκαλό του με τη φαλτσέτα δημιούργησε μια εικόνα που εντυπώθηκε στο μυαλό των Teddies τόσο βαθιά όσο και το Rock Around The Clock που ακουγόταν στην ταινία.

Ήταν 1955 και το rock ‘n’ roll έφτανε στην Αγγλία, συστημένο θα ‘λεγε κανείς για τους Teddies. Η δύναμη που ανέβλυζε απ’ αυτή τη νέα μουσική μαγνήτισε την Αγγλική νεολαία και την συσπείρωσε γύρω της. Έως τότε το BBC έπαιζε άνευρη, γεροντίστικη μουσική από γλυκερούς τραγουδιστές και κρύες ορχήστρες, ενώ η μουσική βιομηχανία ήταν στα σπάργανα και στηριζόταν στις πωλήσεις παρτιτούρων παρά δίσκων. Οι Teddy Boys έγιναν το όχημα με το οποίο το rock ‘n’ roll κατέκτησε την Αγγλία και εισήχθη στην Ευρώπη, καθώς αυτοί ήταν οι πρώτοι μαζικοί αγοραστές δίσκων.

Η λογική “αγόρασε τώρα, πλήρωσε αργότερα” κατέστησε πολύ εύκολο το να αγοράσει κανείς μια Dansette, ένα ηλεκτρόφωνο πικάπ (αλλά και ένα αυτοκίνητο, ένα πλυντήριο, μια μοτοσυκλέτα ή ένα σκούτερ). Σταδιακά οι Teddies διαδήλωναν όλο και πιο έντονα τη νεανική τους οργή, ακροβατώντας όχι μόνο στα κατεστημένα ήθη αλλά και στα όρια της παρανομίας. Όπως και να ‘χει πάντως, οι Teddy Boys ήταν αυτοί που έβαλαν τους νέους στον κοινωνικό χάρτη.

Οι νάρκισσοι

Οι Teddies δημιούργησαν μια καινούργια ανάγκη, αυτή της καλαισθησίας της αντρικής εμφάνισης, το να ντύνεται κανείς όμορφα, όχι να ντύνεται απλώς. Μ’ αυτό τον τρόπο η Αγγλία γνώρισε την έννοια της αντρικής μόδας. Mε πυρήνα ακριβώς την ενδυματολογική φροντίδα άρχισε να διαδίδεται ένα νέο στιλ εμφάνισης αλλά και συμπεριφοράς, πάντα των νέων και πάντα στην Αγγλία της τελευταίας διετίας των fifties. Οι νέοι δανδήδες δεν ήταν οργισμένοι, ήταν ορκισμένοι λάτρεις της φινέτσας.

Στην παρουσία τους άστραφτε όχι η μανία της καταστροφής των τελευταίων Teddies αλλά μια εγωπαθής κοκεταρία, μια ναρκισσιστική σνομπαρία. Λίγοι στην αρχή, κύμα ολόκληρο στη συνέχεια, οι νέοι αυτοί διαδήλωναν με το δικό τους τρόπο την απέχθειά τους για τη χοντροκοπιά και τον λαϊκό πρωτογονισμό των Teddies.

Η καταγωγή των πρωτοπόρων αυτής της νέας τάσης ήταν από τις μεσαίες τάξεις και ιδιαίτερα από τις Εβραϊκές κοινότητες των περιχώρων του Λονδίνου. Κυρίως αυτοί είχαν και την οικονομική επιφάνεια αλλά και την πρακτική δυνατότητα να πειραματίζονται με τα ρούχα, καθώς οι Εβραίοι ασχολούνταν εκτεταμένα με την ραπτική και τη βιοτεχνία ενδυμάτων. Οι αγγλικές καφετέριες της εποχής μετατράπηκαν σε πασαρέλες και η εκζήτηση στο ντύσιμο πεδίο συναγωνισμού.

Η πρωταρχική απαίτηση ήταν να είναι όλοι καθαροί, τακτοποιημένοι και προσεγμένοι. Από εκεί και πέρα το θέμα ήταν προσωπικό, παρόλο που το στιλ γενικώς ήταν ευρωπαϊκό, δηλαδή ιταλικό. Τα ρούχα που κυριάρχησαν (το “zoot suit”) ήταν τα στενά παντελόνια χωρίς ρεβέρ, τα τρίκουμπα μοχαίρ σακάκια με μικρά πέτα και μεγάλα σκισίματα, τα πουκάμισα με μυτερούς γιακάδες, οι στενές γραβάτες.

Τα παπούτσια ήταν μυτερά, κροκοδιλέ, πράσινα ή κόκκινα. Δημοφιλή ήταν επίσης τα μπλουζάκια Fred Perry και τα καστόρινα μποτάκια (desert boots) Clarks, ενώ τα πρώτα Levi’s τζην παντελόνια προσέδιδαν κύρος στους Mods που τα φορούσαν. Ανεξαρτήτως όμως των γενικών κοινών χαρακτηριστικών το ζητούμενο ήταν οτιδήποτε άλλο από την ομοιομορφία. Έπρεπε να ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο κοινωνικό συρφετό, έπρεπε όμως και ο καθένας του να είναι διαφορετικός από τον άλλον.

Η νοοτροπία του σνομπισμού συνδυάστηκε στην περίπτωση των νεαρών αυτών με την ξενομανία και την αναζήτηση των σύγχρονων πραγμάτων. Ο ρόλος της μουσικής ήταν και αυτή τη φορά καθοριστικός: η μοντέρνα jazz ήταν τώρα ο μαγνήτης, ένα μουσικό είδος άσχετο από το rock ‘n’ roll, αλλά πάντως αμερικάνικο. Ο Charles Mingus, το Modern Jazz Quartet και δεκάδες άλλοι ήταν τα είδωλα των Άγγλων “Modernists”. Μodernists ή για συντομία Mods.

Le Soir και φραντζόλες

Οι Mods ντύνονταν διαφορετικά και φέρονταν διαφορετικά. Το περπάτημά τους ήταν κορδωμένο και ανέδινε σνομπισμό, κάθε κίνησή τους ήταν επιτηδευμένη. Η ξενομανία τους έφτανε στα όρια του γελοίου καθώς εμφανίστηκαν κατά καιρούς Mods να κυκλοφορούν με τη Le Soir παραμάσχαλα κι ας μην ήξεραν συλλαβή γαλλικά, ενώ κάποιος πιο προχωρημένος χρησιμοποιούσε μια στενόμακρη μπαγκέτα (φραντζόλα) για να τονίσει τη γαλλική του φινέτσα. Γενικά οι Mods ήταν υπερβολικοί σε κάθε τους εκδήλωση καθώς η κοκεταρία τους εξελισσόταν σε μανία.

Ο ναρκισσισμός που συνόδευε τη συνεχή αναζήτηση της τελειότητας και της πρωτοτυπίας στην εμφάνιση έφερε και την αδιαφορία για τις γυναίκες. Οι Mods ήταν υπέρκομψοι και ασφαλώς ποθητοί, αλλά δεν σπαταλούσαν ούτε βλέμα στα κορίτσια. Αυτό εξηγείται αφ’ ενός από την μπλαζέ λογική του “μη κυνηγάς, άσε να σε κυνηγάνε”, αφ’ ετέρου σημαντικό ρόλο έπαιζε και το ότι δεν είχαν λεφτά για πέταμα σε κεράσματα, τα ακουμπούσαν όλα στην Carnaby street και στα καταστήματα ρούχων.

Οι μπουτίκ αυτές πριν από την έλευση των Mods συντηρούνταν κυρίως χάρη στην ομοφυλοφιλική πελατεία τους, μια και αυτοί ήταν οι μόνοι που θα φορούσαν κόκκινα ή ροζ παντελόνια. Οι Mods ήταν όμως τολμηροί και δεν φοβήθηκαν ποτέ τη ρετσινιά του θηλυπρεπούς, την οποία ούτως ή άλλως εισέπραξαν από τότε που πήγαιναν στα γυναικεία κομμωτήρια.

Οι Μοβ Καρδιές

Οι Mods ντύνονταν καλά και αλληλοθαυμάζονταν στους δρόμους του Λονδίνου ζώντας μια πυρετικά έντονη ζωή, ιδιαίτερα τα βράδια. Χρειαζόντουσαν χρήματα και ακατάβλητη ενεργητικότητα για να κάνουν όσα θα ήθελαν. Τα πρώτα τα έβρισκαν δουλεύοντας, τη δεύτερη στο μαγικό φίλτρο των χαπιών. Τα Purple Hearts, Blues, Black Bombers κ.λπ που κατάπιναν σαν καραμέλες ήταν ισχυρές αμφεταμίνες. Τα χάπια αυτά έκαναν τους Mods πρωτοπόρους στη χρήση -ας πούμε- acid ανάμεσα στα νεολαιίστικα κινήματα που κατά καιρούς στράφηκαν στη “χημεία”.

Η δαιμονισμένη ενέργεια που έπαιρναν από τα χάπια μόλις που τους έφτανε για το “Δρομολόγιο του Ιδανικού Μοd”: Δευτέρα στη Μέκκα των Mods, το κλαμπ “The Scene”. Τρίτη χορός, Τετάρτη “La Discotheque” (το πρώτο κλαμπ που λειτούργησε με δίσκους και όχι live μουσική), Πέμπτη πάλι στο “Scene” ή στο “Marquee” ή στο “Lyceum” για ν’ ακούσουν κάποιο καινούργιο γκρουπάκι.

Παρασκευή τηλεόραση για το “Ready, Steady, Go!”, την θρυλική μουσική εκπομπή που ήξερε ακριβώς τι ήθελαν να δουν οι Mods και μετά φυσικά γραμμή στο “Scene” ή το “La Discotheque”. Σάββατο πρωί ψώνια στην Carnaby Str., μετά στα δισκάδικα του Hampstead ή του Brixton. Σάββατόβραδο στο “Flamingo” ως τις 4 πμ και μετά καπάκι υπαίθρια αγορά Κυριακή πρωί. Ακολουθούσε breakfast σε κάποιο καφέ και ξανά ψώνια και δίσκοι.

Μετά πίσω στο “Flamingo” για την απογευματινή φάση, ενώ για το βράδυ υπήρχε το “Crawdaddy” στο Ρίτσμοντ (όπου μπορεί να έπαιζαν οι Rolling Stones). Τέλος καπουτσίνο στο “L’ Auberge”. Στο ενδιάμεσο κάπου χρειαζόταν ένα σέρβις στην κόμη και η απαραίτητη ακρόαση των δίσκων.

Για να κάνει κανείς όλα αυτά, εκτός των άλλων χρειαζόταν απαραιτήτως προσωπικό μέσο μετακίνησης. Είναι φανερό ότι οι Mods στράφηκαν στο σκούτερ γιατί ταίριαζε απόλυτα με την φιλοσοφία τους. Τα ιταλικά σκούτερ ήταν καθαρά και τακτοποιημένα, ήταν καλαίσθητα και αξιόπιστα. Δεν υπήρχε ο κίνδυνος να λερώσεις τα χέρια ή (τι φρίκη) τα ρούχα σου. Παρόλο που ο χαρακτήρας τους για την Ιταλία και τους εκεί εργάτες, τον απλό λαό, ήταν κατά βάση χρηστικός, για τους Mods έγιναν σύμβολα ανωτερότητας σε σχέση με τις βρώμικες και βαρβαρικές μοτοσυκλέτες που προτιμούσαν οι Rockers, μια άλλη “τάξη” της αγγλικής νεολαίας.

Για τους Mods το σκούτερ σήμαινε ότι μπορούσαν να διασκεδάζουν αγνοώντας τα δρομολόγια των λεωφορείων, τους επέτρεπε να μετακινούνται από καφέ σε κλαμπ και από μπουτίκ σε δισκάδικο όποτε και όσο συχνά ήθελαν. Οι πωλήσεις των σκούτερ γνώρισαν χάρη στους Mods εξαιρετική άνθηση την εποχή εκείνη στην Αγγλία, μια χώρα όπου ο συγκεκριμένος τύπος δικύκλου είχε ανέκαθεν χλιαρή απήχηση. Με την πάροδο των χρόνων και για να διατηρηθεί το ενδιαφέρον, κάποιοι έμποροι, όπως ο Eddie Grimstead στο ανατολικό Λονδίνο, άρχισαν να προωθούν την διακόσμηση των σκούτερ.

Οι Mods ανταποκρίθηκαν και με τη συνήθη υπερβολή που τους χαρακτήριζε άρχισαν να καταφορτώνουν τις Vespa τους με καθρέφτες, κόρνες, προβολείς, σπόιλερ, κεραίες, λεοπαρδαλέ σέλες, γούνες, αλεποουρές, αγαλματίδια και αναθήματα ων ουκ έστιν αριθμός. Αργότερα βέβαια, οι ίδιοι οι Mods ξεγύμνωναν τα σκούτερ, αφήνοντάς τα όπως τα γέννησε η μάνα τους, όμως όταν ακόμη και σήμερα συζητάμε για Mods αυτόματα σκεφτόμαστε τα σκούτερ-λατέρνες, τα οποία όμως ποτέ δεν θεωρήθηκαν κιτς.

Αυτό είναι και ένα από τα παράδοξα με τους Mods, ίσως και το μυστικό της μόδας τους που τόσο συχνά επιστρέφει. Είχαν την ικανότητα να μεταμορφώνουν τα αντικείμενα, να τους εμφυσούν το στιλ και την καλαίσθητη πνοή τους. Για παράδειγμα, τα αμερικάνικα χακί στρατιωτικά αδιάβροχα (Parka) που χρησιμοποιούσαν οι Mods για να γλιτώσουν την πνευμονία πάνω στα σκούτερ, έγιναν ξαφνικά της μόδας εξαιτίας τους.

MΟDS ή μήπως…

Modernists – οι πρόγονοι του στιλ, οι πρώτοι Mods
Faces – οι κορυφαίοι, οι αρχηγοί στη μόδα
Stylists – από το 1964 και εξής, όταν οι Faces έπαψαν να αυτοαποκαλούνται Mods για να ξεχωρίζουν από τους καυγατζήδες. Αλλιώς Individualists.
Numbers, Seven & Sixes – από τα μπλουζάκια με τα νούμερα.
Mids και Mockers – όσοι ανακάτευαν τα στιλ.
States – μη γνήσιοι Mods, φορούσαν απλώς αμερικάνικα ρούχα.
Tickets – οι αδέκαροι που θα ήθελαν πολύ να γίνουν Mods.
Moddy Boys – στον προθάλαμο των Mods.
Scooter Boys – όσοι κόλλησαν με τα σκούτερ.

ΤΕΛΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…)

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ